Η μεταρρύθμιση του ελληνικού κληρονομικού δικαίου

Νόμος 5303/2026 — τι αλλάζει από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026

Ενημέρωση: νόμος Ν 5303/2026, δημοσιευμένος στο ΦΕΚ Α΄ 81 της 22ας Μαΐου 2026. Το κείμενο αυτό παρέχει γενική πληροφόρηση και δεν υποκαθιστά τη νομική συμβουλή στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Μέρος 1 — Η μεταρρύθμιση συνοπτικά

Η Ελλάδα αναμόρφωσε το κληρονομικό της δίκαιο για πρώτη φορά από την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα το 1946. Το Πέμπτο Βιβλίο του Αστικού Κώδικα (στο εξής ΑΚ) δεν τροποποιήθηκε σημειακά, αλλά αντικαταστάθηκε πλήρως: στη θέση των έως τώρα άρθρων 1710–2035 έρχονται τα νέα άρθρα 1710–2000.

Καθοριστική για την πράξη είναι η ημερομηνία: το νέο κληρονομικό δίκαιο ισχύει για κληρονομικές διαδοχές από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 (άρθρο 41). Όποιος αποβιώσει πριν, κληρονομείται κατά το προηγούμενο δίκαιο. Διαθήκες που συντάχθηκαν πριν από την ημέρα αυτή παραμένουν έγκυρες κατά τις παλαιές διατυπώσεις (άρθρο 33).

Τι επιδιώκει ο νομοθέτης

Ο νόμος αναφέρει ο ίδιος τους σκοπούς του (άρθρο 1 και άρθρο 2): εκσυγχρονισμό και προσαρμογή του κληρονομικού δικαίου στις σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες. Πίσω από αυτούς βρίσκονται τέσσερις διαπιστώσεις που επανέρχονται στα προπαρασκευαστικά κείμενα:

  • Η οικογένεια έχει αλλάξει. Το έως τώρα δίκαιο γνώριζε ως οικογένεια πρακτικά μόνο τον γάμο, το σύμφωνο συμβίωσης και τη συγγένεια εξ αίματος. Η ελεύθερη ένωση παρέμενε κληρονομικά χωρίς συνέπειες.
  • Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο. Τα τέκνα κληρονομούν σήμερα κατά κανόνα σε προχωρημένη ηλικία· η νόμιμη μοίρα ως μέσο διατροφικής εξασφάλισης χάνει μέρος της λειτουργίας της, ενώ η χωρίς αντάλλαγμα φροντίδα ηλικιωμένων παρέμενε έως τώρα χωρίς ανταπόδοση.
  • Η περιουσία έγινε πιο σύνθετη. Επιχειρήσεις, συμμετοχές, χρηματοοικονομικά προϊόντα και ακίνητα αντέχουν δύσκολα τον αναγκαστικό κατακερματισμό σε ιδανικά μερίδια — βασικό πρόβλημα στη διαδοχή των επιχειρήσεων.
  • Οι διαδικασίες ήταν υπερβολικά δυσκίνητες. Υπερχρεωμένες κληρονομίες, αλυσίδες αποποιήσεων μέσα από όλες τις τάξεις και χρονοβόρες διανομές επιβάρυναν τους πολίτες και την οικονομία.

Οι δέκα σημαντικότερες καινοτομίες

1. Η νόμιμη μοίρα γίνεται χρηματική αξίωση. Ο μεριδούχος δεν είναι πλέον συγκληρονόμος, αλλά δανειστής της κληρονομίας. Το ποσοστό παραμένει το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, οφείλεται όμως σε χρήμα — με εξασφάλιση μέσω τίτλου για υποθήκη από τον νόμο και προνομίου στην αναγκαστική εκτέλεση. → Αναλυτικά

2. Επιτρέπεται η κληρονομική σύμβαση. Για πρώτη φορά μπορεί στην Ελλάδα να γίνει δεσμευτική διάθεση αιτία θανάτου — ενώπιον συμβολαιογράφου, με αυτοπρόσωπη παρουσία, ακόμη και από περισσότερα πρόσωπα με την ίδια πράξη. Έτσι καθίσταται εμμέσως δυνατή και η κοινή διαθήκη. → Αναλυτικά

3. Επιτρέπεται η παραίτηση από την κληρονομία. Μελλοντικά δικαιώματα στην κληρονομία και στη νόμιμη μοίρα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκ των προτέρων παραίτησης με σύμβαση, με ή χωρίς αντάλλαγμα. → Αναλυτικά

4. Η ευθύνη του κληρονόμου αντιστρέφεται. Έως τώρα ο κληρονόμος ευθυνόταν απεριόριστα, εφόσον δεν δήλωνε εμπρόθεσμα αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής. Στο εξής ο περιορισμός της ευθύνης στην κληρονομιαία περιουσία είναι ο κανόνας του νόμου· απεριόριστα ευθύνεται μόνο όποιος το δηλώσει ρητά ή συμπεριφερθεί αντίθετα προς τις υποχρεώσεις του. → Αναλυτικά

5. Ο επιζών σύζυγος ανεβαίνει. Λαμβάνει, όταν συντρέχει με ένα τέκνο, το ένα τρίτο αντί για το ένα τέταρτο που ίσχυε έως τώρα, μπορεί αντί της κληρονομικής μερίδας να επιλέξει την επικαρπία, δικαιούται τη χρήση της κύριας κατοικίας για ένα έτος χωρίς αντάλλαγμα — και αποκλείει στο εξής πλήρως από την κληρονομική διαδοχή τους παππούδες, τις γιαγιάδες και τους κατιόντες τους. → Αναλυτικά

6. Ο σύντροφος εκτός γάμου κληρονομεί. Όποιος συζούσε μόνιμα με τον κληρονομούμενο τουλάχιστον τρία έτη (ή έχει κοινά τέκνα) λαμβάνει το εξαίρετο, δικαίωμα χρήσης της κατοικίας για ένα έτος και — αν δεν υπάρχει ούτε σύζυγος ούτε συγγενής — ολόκληρη την κληρονομία. → Αναλυτικά

7. Όποιος φρόντισε, λαμβάνει κάτι. Κληροδοσία εκ του νόμου ανταποδίδει στο πρόσωπο που φρόντισε τον κληρονομούμενο χωρίς αντάλλαγμα επί τουλάχιστον έξι μήνες μέσα στα τελευταία τρία έτη. → Αναλυτικά

8. Το δίκαιο των διαθηκών απλοποιείται. Δύο αντί για τρεις μάρτυρες στη δημόσια διαθήκη, ικανότητα σύνταξης διαθήκης από τα 16, μία ενιαία έκτακτη διαθήκη αντί των ειδικών διαθηκών εν πλω και σε εκστρατεία, ηλεκτρονικό Μητρώο Διαθηκών και κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας από συμβολαιογράφο αντί από το δικαστήριο. → Αναλυτικά

9. Η κοινωνία των συγκληρονόμων γίνεται διαλυτή. Αν η αυτούσια διανομή είναι ασύμφορη, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει το αντικείμενο σε έναν συγκληρονόμο έναντι χρηματικού ανταλλάγματος· για τη συζυγική κατοικία και για τις επιχειρήσεις ισχύουν ειδικοί κανόνες — στην επιχείρηση έως και αναβολή καταβολής πέντε ετών. → Αναλυτικά

10. Παλαιοί θεσμοί καταργούνται. Η πώληση κληρονομίας, οι ειδικές διαθήκες, η νέμηση ανιόντος, η τάξη των προπάππων και ολόκληρο το σύστημα της αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής καταργούνται χωρίς αντικατάσταση. → Αναλυτικά

Τι σημαίνει αυτό για τις ελληνογερμανικές κληρονομικές υποθέσεις

Για τους εντολείς με σχέση προς αμφότερες τις έννομες τάξεις η μεταρρύθμιση έχει σημασία για τρεις λόγους. Πρώτον, κατά τον Κανονισμό Κληρονομικών Διαδοχών της ΕΕ η κληρονομική διαδοχή διέπεται κατ’ αρχήν στο σύνολό της από το δίκαιο του κράτους της τελευταίας συνήθους διαμονής του κληρονομουμένου — όποιος ζει στην Ελλάδα και αποβιώσει μετά τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 κληρονομείται επομένως κατά το νέο δίκαιο, ακόμη και αν είναι Γερμανός. Δεύτερον, το ελληνικό δίκαιο της νόμιμης μοίρας πλησιάζει με τη μετάβαση στη χρηματική αξίωση το γερμανικό, γεγονός που καθιστά περιττές πολλές έως τώρα αναγκαίες κατασκευές. Τρίτον, η νέα ελληνική κληρονομική σύμβαση είναι πρόσφορο εργαλείο διασυνοριακού σχεδιασμού της διαδοχής — επιτρέπει ρητά και την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου. → Αναλυτικά

Τι πρέπει να ελεγχθεί τώρα

  • Υφιστάμενες διαθήκες με σχέση προς την Ελλάδα: έλεγχος αν παράγουν υπό το νέο δίκαιο ακόμη το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα — ιδίως εκεί όπου έγινε χρήση της έως τώρα εμπράγματης ενέργειας της νόμιμης μοίρας.
  • Διαδοχή σε επιχειρήσεις και ακίνητα: επανεξέταση. Η κληρονομική σύμβαση και η σύμβαση παραίτησης ανοίγουν δυνατότητες που στην Ελλάδα απλώς δεν υπήρχαν.
  • Υπερχρεωμένες κληρονομίες: Για κληρονομικές διαδοχές που επήλθαν πριν από τη δημοσίευση, το άρθρο 33 παρ. 8 ανοίγει προθεσμία έξι μηνών για τη διενέργεια απογραφής.
  • Κληρονομικές συμβάσεις μπορούν να καταρτιστούν έγκυρα μόνο από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 (άρθρο 33 παρ. 3).

Τι προκύπτει από αυτά για την πράξη της διαμόρφωσης της διαδοχής — εννέα τυπικές περιπτώσεις, πριν και μετά — παρουσιάζεται σε χωριστό κείμενο: Νέες δυνατότητες διαμόρφωσης στο ελληνικό κληρονομικό δίκαιο.


Μέρος 2 — Η μεταρρύθμιση αναλυτικά

Οι ακόλουθες ενότητες είναι θεματικά ταξινομημένες. Όλες οι παραπομπές σε άρθρα οδηγούν στη δίγλωσση απόδοση του νόμου· ένα κλικ στην παραπομπή οδηγεί απευθείας στο ελληνικό πρωτότυπο με τη γερμανική μετάφραση. «ΑΚ» σημαίνει τον Αστικό Κώδικα, «ΚΠολΔ» τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, «ΕισΝΑΚ» τον Εισαγωγικό Νόμο του Αστικού Κώδικα.

1. Διάρθρωση, πεδίο εφαρμογής και χρονικά σημεία

Ο νόμος αποτελείται από 41 άρθρα σε πέντε μέρη. Ο πυρήνας του είναι ένα μόνο άρθρο: το άρθρο 3 αντικαθιστά ολόκληρο το Πέμπτο Βιβλίο του ΑΚ. Ο νομοθέτης απέρριψε συνειδητά τη λύση του τροποποιητικού νόμου — από τα 326 έως τώρα άρθρα θα έπρεπε ούτως ή άλλως να τροποποιηθούν 135, να καταργηθούν 28 και να προστεθούν 17. Η πλήρης αντικατάσταση αποφεύγει νομοτεχνικές ασυνέχειες, έχει όμως ως συνέπεια ότι το Πέμπτο Βιβλίο λήγει πλέον με το ΑΚ 2000 αντί για το ΑΚ 2035· όλες οι παραπομπές άλλων νόμων στο κληρονομικό δίκαιο έπρεπε να προσαρμοστούν.

Τα μέρη Β΄ και Γ΄ περιέχουν τις συνακόλουθες τροποποιήσεις στον ΑΚ, στον ΕισΝΑΚ, στον ΚΠολΔ και σε ειδικούς νόμους, καθώς και το μεταβατικό δίκαιο. Το μέρος Δ΄ αφορά κατά κύριο λόγο ύλες εκτός του κληρονομικού δικαίου (διαταγή πληρωμής, διαταγή απόδοσης μισθίου, ηλεκτρονική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, μηχανισμός παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο μεταναστευτικό δίκαιο και ποινική διαδικασία κατά βουλευτών)· ισχύει ήδη από τις 22 Μαΐου 2026. Τα κληρονομικά μέρη Α΄ έως Γ΄ ισχύουν αντιθέτως μόνο για κληρονομικές διαδοχές από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 (άρθρο 41).

Συστηματικά το Πέμπτο Βιβλίο παραμένει στα είκοσι κεφάλαια, η σειρά των οποίων μεταβλήθηκε μόνο ήπια. Νέα είναι το τέταρτο κεφάλαιο (κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου) και το έβδομο κεφάλαιο (σύμβαση παραίτησης).

2. Δίκαιο των διαθηκών: τύπος, ικανότητα, δημοσίευση

Ικανότητα σύνταξης διαθήκης

Η σημαντικότερη μεταβολή: ικανός να συντάξει διαθήκη είναι στο εξής όποιος συμπλήρωσε το 16ο έτος (ΑΚ 1719)· έως τώρα όλοι οι ανήλικοι ήταν ανίκανοι. Η ικανότητα του προσώπου που τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση και η ενέργεια της τελεσιδικίας της σχετικής απόφασης ρυθμίζονται στο ΑΚ 1720 εκ νέου και σαφώς καθαρότερα.

Προσοχή χρειάζεται μια ασυνέπεια, στην οποία αναφέρθηκε η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής: τα ΑΚ 1723 και ΑΚ 1749 εξακολουθούν να αποκλείουν γενικά «τον ανήλικο» από την ιδιόγραφη και τη μυστική διαθήκη. Κατά το γράμμα, ο δεκαεξάχρονος μπορεί επομένως να συντάξει μόνο δημόσια διαθήκη· αν αυτό είναι ηθελημένο ή αν και εκεί εννοείτο το όριο των 16 ετών, παραμένει αδιευκρίνιστο.

Δημόσια διαθήκη

Αντί για τρεις μάρτυρες αρκούν στο εξής δύο μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας (ΑΚ 1725). Οι λόγοι αποκλεισμού των μαρτύρων εκκαθαρίστηκαν: ο αποκλεισμός των γυναικών και των αλλοδαπών καταργείται· εξακολουθούν να αποκλείονται οι τυφλοί και οι κωφοί, οι συνεργάτες ή υπάλληλοι του συμβολαιογράφου, οι ανήλικοι κάτω των 16 και τα πρόσωπα που δεν γνωρίζουν την ελληνική (ΑΚ 1729).

Νέα είναι η συνεκτίμηση των αναπηριών: σε σοβαρή αναπηρία λόγου ο διαθέτης επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει μηχανικά ή ηλεκτρονικά μέσα φωνητικής απόδοσης της τελευταίας του βούλησης ή να προσλάβει διερμηνέα (ΑΚ 1731)· για τον κωφό διαθέτη ισχύουν τα ΑΚ 1736 και ΑΚ 1737.

Προστασία προσώπων σε δομές φροντίδας

Εντελώς νέο είναι το ΑΚ 1724: ιδιόγραφη διαθήκη που συντάσσει πρόσωπο κατά τη διάρκεια της περίθαλψής του σε φορέα παροχής υπηρεσιών υγείας ή κοινωνικής φροντίδας ή εντός τριών μηνών μετά από αυτήν, είναι άκυρη κατά το μέρος που με αυτήν εγκαθίστανται κληρονόμοι νομικά ή φυσικά πρόσωπα συνδεόμενα με τον φορέα, καθώς και οι στενοί συγγενείς τους — εκτός αν πρόκειται για πρόσωπα που θα περιλαμβάνονταν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους. Ο νομοθέτης αντιδρά έτσι σε ένα γνωστό από την πράξη μοτίβο κατάχρησης.

Κοινή διαθήκη

Η απαγόρευση της σύνταξης διαθήκης από περισσότερους παραμένει κατ’ αρχήν, γίνεται όμως διαπερατή: αν περισσότερα πρόσωπα συντάξουν διαθήκη με την ίδια πράξη, αυτή μπορεί να ισχύσει ως κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της (ΑΚ 1717). Διαφορετικά παραμένει άκυρη.

Έκτακτη διαθήκη αντί των ειδικών διαθηκών

Οι έως τώρα ειδικές διαθήκες — εν πλω, σε εκστρατεία, σε αποκλεισμό (παλαιά άρθρα ΑΚ 1749–1762) — αντικαθίστανται από μία ενιαία έκτακτη διαθήκη: προφορική δήλωση ενώπιον τριών μαρτύρων σε άμεσο κίνδυνο θανάτου και υπό έκτακτες περιστάσεις όπως αποκλεισμός, επιδημία, θαλάσσιο ταξίδι ή πόλεμος (ΑΚ 1750). Καθίσταται ανίσχυρη μετά από τρεις μήνες (ΑΚ 1751) και παραδίδεται σε συμβολαιογράφο ή προξενική αρχή (ΑΚ 1752). Οι παραβάσεις του τύπου δεν βλάπτουν, εφόσον η καταγραφή αποδίδει την αληθινή τελευταία βούληση — άνοιγμα που η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επέκρινε ως υπερβολικά αόριστο.

Δημοσίευση, Μητρώο Διαθηκών, κήρυξη ως κυρίας

Οι διαθήκες δημοσιεύονται στο εξής όχι πλέον στο δικαστήριο, αλλά μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας «Μητρώο Διαθηκών» των συμβολαιογραφικών συλλόγων (ΑΚ 1759)· για τις προξενικές αρχές ισχύει το ΑΚ 1760. Η κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας γίνεται πλέον από πιστοποιημένο συμβολαιογράφο αντί από το δικαστήριο (ΑΚ 1762, δικονομικά άρθρο 18 = ΚΠολΔ 808Α).

Πρακτικά ιδιαίτερα σημαντικό είναι το ΑΚ 1763: δημοσιευμένη ιδιόγραφη διαθήκη αναπτύσσει τα αποτελέσματά της ήδη πριν από την κήρυξη ως κυρίας, αν είχε κατατεθεί σε συμβολαιογράφο ή αν τιμώνται με αυτήν κατιόντες ή ο σύζυγος. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις — και πάντοτε όταν η δημοσίευση γίνεται αργότερα από δύο έτη μετά τον θάνατο — απαιτείται η κήρυξη. Στις περιπτώσεις αυτές ο συμβολαιογράφος διατάσσει πάντοτε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη· αν τιμάται αποκλειστικά πρόσωπο εκτός οικογένειας, καλείται επιπλέον το Δημόσιο τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συνεδρίαση (άρθρο 18).

3. Η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου

Η απαγόρευση της κληρονομικής σύμβασης ανήκε στις θεμελιώδεις επιλογές του Αστικού Κώδικα· το άρθρο ΑΚ 368 απαγόρευε σχεδόν χωρίς εξαίρεση τις συμβάσεις για κληρονομία. Με το νέο τέταρτο κεφάλαιο (ΑΚ 1798–1807) η απαγόρευση αυτή κάμπτεται — κατά την εκτίμηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, το πιο εκτεταμένο άνοιγμα του σχεδίου.

Επιτρεπτό περιεχόμενο (ΑΚ 1798): εγκατάσταση κληρονόμου, σύσταση καταπιστεύματος, κληροδοσίας ή τρόπου — και, σημαντικό για τις διασυνοριακές υποθέσεις, η επιλογή του εφαρμοστέου στην κληρονομική διαδοχή δικαίου. Τιμώμενος μπορεί να είναι ο αντισυμβαλλόμενος ή τρίτος. Με την ίδια πράξη μπορούν περισσότερα πρόσωπα να διαθέσουν την περιουσία τους· έτσι υπάρχει στην πράξη εργαλείο που προσεγγίζει τη γερμανική κοινή διαθήκη.

Τύπος: συμβολαιογραφικό έγγραφο με αυτοπρόσωπη παρουσία όλων των συμβαλλομένων. Η ικανότητα κρίνεται κατά τα άρθρα ΑΚ 1719 και 1720.

Δεσμευτικότητα (ΑΚ 1799): οι συμβατικές διατάξεις δεν ανακαλούνται μονομερώς. Λοιπές διατάξεις που απλώς περιλήφθηκαν στην ίδια πράξη παραμένουν ελεύθερα ανακλητές — διάκριση που αντιστοιχεί στη γερμανική μεταξύ συμβατικών και μονομερών διατάξεων.

Σχέση προς τη διαθήκη (ΑΚ 1800): η κληρονομική σύμβαση καταργεί προγενέστερη διαθήκη μόνο κατά το μέρος που αντίκειται σε αυτή· μεταγενέστερη διαθήκη ή μεταγενέστερη κληρονομική σύμβαση με άλλον αντισυμβαλλόμενο δεν ισχύει κατά το μέρος που αντίκειται στην προγενέστερη κληρονομική σύμβαση.

Διαθέσεις εν ζωή (ΑΚ 1801): ο κληρονομούμενος παραμένει ελεύθερος να διαθέτει την περιουσία του όσο ζει. Αν όμως διαθέσει από χαριστική αιτία προς βλάβη του τιμωμένου, εκείνος μπορεί μετά την επαγωγή να ζητήσει την ανατροπή — εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της σύμβασης και πάντως εντός πέντε ετών από τη διάθεση. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή άσκησε κριτική ακριβώς σε αυτή τη στάθμιση.

Δυνατότητες λύσης: ακύρωση λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής (ΑΚ 1803)· ανάκληση λόγω παραπτώματος του τιμωμένου που θα δικαιολογούσε στέρηση της νόμιμης μοίρας (ΑΚ 1804)· υπαναχώρηση στην κληρονομική σύμβαση έναντι ανταλλάγματος (ΑΚ 1805) — και για τα δύο μέρη, ο αντισυμβαλλόμενος έχει δικαίωμα υπαναχώρησης για σπουδαίο λόγο. Η Επιστημονική Υπηρεσία παρατήρησε ότι η απαρίθμηση είναι ελλιπής: και η ανικανότητα και η αναξιότητα προς το κληρονομείν (ΑΚ 1857, 1858) οδηγούν σε μονομερή λύση.

Δημοσίευση (ΑΚ 1806, δικονομικά άρθρο 19 = ΚΠολΔ 808Β): όπως στη διαθήκη· αν διαθέτουν περισσότερα πρόσωπα με την ίδια πράξη, οι διατάξεις του επιζώντος εξαιρούνται αρχικά και δημοσιεύονται μόνο μετά τον θάνατό του.

Οριοθέτηση (ΑΚ 1807): ενοχικές συμβάσεις για τη σύνταξη ή μη σύνταξη διάταξης τελευταίας βούλησης παραμένουν άκυρες, μπορούν όμως να μετατραπούν σε κληρονομική σύμβαση.

Συμπληρωματικά, το άρθρο ΑΚ 368 αναδιατυπώνεται (άρθρο 5): άκυρες παραμένουν μόνο οι συμβάσεις για την κληρονομία τρίτου που ζει.

4. Η σύμβαση παραίτησης

Το επίσης νέο έβδομο κεφάλαιο (ΑΚ 1838–1843) επιτρέπει την εκ των προτέρων παραίτηση από μελλοντικά δικαιώματα στην κληρονομία του αντισυμβαλλομένου — ολικά ή μερικά, με ή χωρίς αντάλλαγμα, κατ’ επιλογήν περιορισμένη στη νόμιμη μοίρα. Έως τώρα τέτοια παραίτηση επιτρεπόταν μόνο κατ’ εξαίρεση: για τα μέρη συμφώνου συμβίωσης (άρθρο 8 εδ. β΄ του ν. 4356/2015) και για αλλοδαπούς συζύγους κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 472/1974, που έγινε γνωστό ως «Lex Onassis». Και οι δύο ειδικές διατάξεις καταργούνται (άρθρο 34).

Τύπος (ΑΚ 1839): συμβολαιογραφικό έγγραφο, αυτοπρόσωπη δήλωση, χωρίς αίρεση ή προθεσμία. Αν ο κληρονομούμενος τελεί υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση, ενεργεί χωρίς τη συναίνεση του συμπαραστάτη, εφόσον αποκομίζει απλώς και μόνο έννομο όφελος.

Ενέργεια (ΑΚ 1840): ο παραιτηθείς θεωρείται σαν να μην ζούσε κατά τον χρόνο της επαγωγής· σε περίπτωση αμφιβολίας η ενέργεια εκτείνεται και στους κατιόντες του. Η τιμητική διάταξη με διαθήκη παραμένει δυνατή.

Αντάλλαγμα (ΑΚ 1841): αν δεν καταβληθεί εντός έξι μηνών, η παραίτηση δεν αναπτύσσει αποτελέσματα. Το αντάλλαγμα θεωρείται δωρεά και υπόκειται στους κανόνες ανάκλησης· αν ο παραιτηθείς υποχρεωθεί να το αποδώσει σε δανειστές του αντισυμβαλλομένου, έχει δικαίωμα υπαναχώρησης.

Κατάργηση (ΑΚ 1842): με αντίθετη συμβολαιογραφική σύμβαση.

Η Επιστημονική Υπηρεσία επισήμανε ότι η φορολογική μεταχείριση των κληρονομικών συμβάσεων και των συμβάσεων παραίτησης παραμένει αρρύθμιστη — ιδίως το αν εφαρμόζεται το δίκαιο του φόρου κληρονομιών ή του φόρου δωρεών, πότε αρχίζουν οι προθεσμίες δήλωσης και πώς αντιμετωπίζεται το αντάλλαγμα.

5. Η εξ αδιαθέτου διαδοχή

Οι τάξεις σχεδιάστηκαν εκ νέου:

Τάξηέως τώρανέο
κατιόντεςκατιόντες (ΑΚ 1808)
γονείς, αδέλφια, τέκνα/εγγόνια τουςαμετάβλητη, αλλά αναδιατυπωμένη (ΑΚ 1809)
παππούδες, γιαγιάδες και κατιόντες τουςο επιζών σύζυγος μόνος (ΑΚ 1811)
προπάπποι και προμάμμεςπαππούδες, γιαγιάδες, τέκνα και εγγόνια τους (ΑΚ 1813)
ο σύζυγος μόνοςο σύντροφος σε ελεύθερη ένωση (ΑΚ 1817)
το Δημόσιοτο Δημόσιο (ΑΚ 1818)

Η πρακτική δυναμική βρίσκεται στην τρίτη γραμμή: ο επιζών σύζυγος ανεβαίνει από την πέμπτη στην τρίτη τάξη και αποκλείει έτσι πλήρως από την κληρονομική διαδοχή παππούδες, γιαγιάδες, θείους, θείες και εξαδέλφους. Κατά το έως τώρα δίκαιο κληρονομούσε μόνος μόνο όταν δεν υπήρχαν συγγενείς της πρώτης έως τέταρτης τάξης. Η τάξη των προπάππων καταργείται χωρίς αντικατάσταση.

Περαιτέρω μεταβολές στις λεπτομέρειες:

  • Οι ετεροθαλείς αδελφοί λαμβάνουν εξακολουθητικά το μισό της μερίδας των αμφιθαλών· η ρύθμιση εντάχθηκε πλέον στο ΑΚ 1809 παρ. 3. Νέο είναι ότι τα τέκνα και τα εγγόνια τους κληρονομούν ρητά κατά ρίζες και ότι αρκεί η απλή έκπτωση και δεν απαιτείται πλέον να έχει προαποβιώσει.
  • Έκπτωση αντί προθανόντος: το νέο δίκαιο αναφέρεται παγίως στην «έκπτωση πριν ή μετά την επαγωγή» (π.χ. ΑΚ 1808 παρ. 2) και καταλαμβάνει έτσι και την αποποίηση, την αναξιότητα και την παραίτηση — όχι μόνο τον θάνατο.
  • Προσαύξηση: το μερίδιο που προσαυξάνεται λόγω έκπτωσης θεωρείται — όπως και έως τώρα (παλαιό άρθρο ΑΚ 1823) — ιδιαίτερη κληρονομική μερίδα (ΑΚ 1815 παρ. 2).

Το δικαίωμα αναζήτησης μεταξύ των γραμμών

Νέο και στην πράξη λεπτό είναι το ΑΚ 1816: αν δεν κληρονομούν ούτε κατιόντες ούτε αδέλφια ούτε σύζυγος, κάθε γονέας (ή παππούς, γιαγιά ή κατιών τους) μπορεί, εντός τεσσάρων μηνών από τη λήξη των προθεσμιών αποποίησης, να ζητήσει από τους ανήκοντες στην άλλη γραμμή συγγένειας την απόδοση εκείνων των κληρονομιαίων αντικειμένων που προέρχονται από χαριστική παροχή, κληρονομία ή κληροδοσία από τη δική του γραμμή — εφόσον τα αντικείμενα υπάρχουν ακόμη.

Η τυπική περίπτωση: οι γονείς είναι διαζευγμένοι, το άτεκνο τέκνο αποβιώνει και ο πατέρας δεν θέλει η γονική παροχή που προήλθε από αυτόν να περιέλθει κατά το ήμισυ στη μητέρα. Πρότυπο είναι το άρθρο 738-2 του γαλλικού Code civil.

Τόσο η Επιστημονική Υπηρεσία όσο και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεωρούν τη διάταξη προβληματική: δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου, επειδή η αιτία κτήσης ενός κληρονομιαίου αντικειμένου δεν είναι αναγνωρίσιμη από τρίτους, και βρίσκεται σε ένταση με την αρχή της δημοσιότητας και με την προστασία της εμπιστοσύνης των δανειστών — η πρόσβαση των οποίων πάντως διατηρείται κατά το ΑΚ 1816 παρ. 2.

6. Η θέση του επιζώντος συζύγου

Τέσσερις μεταβολές λειτουργούν συνδυαστικά (ΑΚ 1810):

  1. Κλιμακωτή κληρονομική μερίδα. Όταν συντρέχει με ένα τέκνο, ο σύζυγος λαμβάνει το ένα τρίτο (έως τώρα πάντοτε το ένα τέταρτο), όταν συντρέχει με δύο ή περισσότερα τέκνα το ένα τέταρτο. Με τη δεύτερη τάξη παραμένει στο μισό.
  2. Εξαίρετο κατά περιεχόμενο αμετάβλητο: έπιπλα, οικιακά σκεύη, ενδύματα που χρησιμοποιούσε ο επιζών μόνος ή μαζί με τον κληρονομούμενο· οι ανάγκες των τέκνων λαμβάνονται υπόψη για λόγους επιείκειας.
  3. Δικαίωμα χρήσης κατοικίας: αποκλειστική χρήση της έως τότε κύριας κατοικίας για ένα έτος χωρίς αντάλλαγμα.
  4. Επιλογή επικαρπίας: ο σύζυγος μπορεί, εντός τεσσάρων μηνών από τη λήξη των προθεσμιών αποποίησης, να ζητήσει από το δικαστήριο της κληρονομίας να λάβει αντί της κληρονομικής μερίδας την επικαρπία σε αντικείμενα της κληρονομίας. Η επικαρπία αποσβήνεται με τον θάνατό του και δεν μεταβιβάζεται.

Σε αυτά προστίθεται η ήδη αναφερθείσα άνοδος στην τρίτη τάξη (ΑΚ 1811).

Αποκλεισμός (ΑΚ 1812): το κληρονομικό δικαίωμα και το εξαίρετο αποκλείονται, αν εκκρεμεί διαδικασία λύσης του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης· στο συναινετικό διαζύγιο αρκεί η καταρτισθείσα συμφωνία ή η κοινή ψηφιακή δήλωση. Τη νόμιμη μοίρα χάνει ο σύζυγος μόνο αν ο κληρονομούμενος είχε ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο.

Προσαρμόστηκαν και οι διατάξεις για τις διαθέσεις υπέρ του συζύγου: το ΑΚ 1770 καθιστά τη διάταξη τελευταίας βούλησης υπέρ του συζύγου σε περίπτωση αμφιβολίας ακυρώσιμη, αν ο γάμος ήταν άκυρος ή είχε λυθεί ή αν είχε αρχίσει διαδικασία διαζυγίου — πλέον ρητά και επί συμφώνου συμβίωσης.

Τα μέρη συμφώνου συμβίωσης κληρονομούν αμετάβλητα κατά το άρθρο 8 εδ. α΄ του ν. 4356/2015 όπως οι σύζυγοι· καταργείται μόνο η εκεί ειδική ρύθμιση για την παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα, η οποία αντικαθίσταται από τη γενική σύμβαση παραίτησης.

7. Η ελεύθερη ένωση

Το ΑΚ 1817 αναγνωρίζει για πρώτη φορά κληρονομικά τη συμβίωση εκτός γάμου και χωρίς σύμφωνο συμβίωσης. Προϋπόθεση είναι μόνιμη συμβίωση κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από τον θάνατο — ή, χωρίς χρονικό όριο, κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο. Οι έννομες συνέπειες είναι κλιμακωτές:

  • Αν δεν καλείται σύζυγος: ο σύντροφος λαμβάνει το εξαίρετο (παρ. 1) και δικαίωμα χρήσης της κοινής κύριας κατοικίας για ένα έτος χωρίς αντάλλαγμα (παρ. 2).
  • Αν δεν καλείται ούτε σύζυγος ούτε συγγενής: ο σύντροφος κληρονομεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της πέμπτης τάξης ολόκληρη την κληρονομία (παρ. 3) — πάντως μόνο εφόσον το δικαστήριο της κληρονομίας, μετά από αίτησή του που υποβάλλεται εντός των προθεσμιών αποποίησης, βεβαιώσει τις προϋποθέσεις (δικονομικά άρθρο 21 = ΚΠολΔ 812Α· το Δημόσιο καλείται υποχρεωτικά).

Δύο κρίσιμα σημεία από τα προπαρασκευαστικά κείμενα: η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή διαπιστώνει την απουσία ρύθμισης για τα αποδεικτικά μέσα της τριετούς συμβίωσης — χωρίς αυτήν απειλούνται χρονοβόρες διαφορές. Η Επιστημονική Υπηρεσία επισημαίνει την εκκρεμότητα μεταξύ θανάτου και δικαστικής βεβαίωσης: αν στο διάστημα αυτό διαταχθεί εκκαθάριση της κληρονομίας, ο εκκαθαριστής μπορεί να δημιουργήσει τετελεσμένα.

Συμπληρωματικά, ο σύντροφος σε ελεύθερη ένωση προστατεύεται και μισθωτικά: κατά το άρθρο 6 (ΑΚ 612) η μίσθωση του ακινήτου που χρησίμευε ως κύριος τόπος διαμονής τους περιέρχεται σε αυτόν, εφόσον συναινεί ο εκμισθωτής — επί κοινών τέκνων και χωρίς τη συναίνεσή του.

8. Η κληροδοσία εκ του νόμου υπέρ των προσώπων φροντίδας

Το ΑΚ 1819 — κατά το αυστριακό πρότυπο — συνιστά εκ του νόμου κληροδοσία υπέρ του προσώπου που

  • ανέλαβε τη φροντίδα του κληρονομουμένου και
  • συνέβαλε ουσιωδώς, χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωση στην κάλυψη των αναγκών του,
  • και μάλιστα για τουλάχιστον έξι μήνες μέσα στα τελευταία τρία έτη πριν από τον θάνατο.

Αντικείμενο είναι χρηματικό ποσό, το ύψος του οποίου προσδιορίζει το δικαστήριο κατά το είδος, τη διάρκεια και την έκταση των αναγκών που καλύφθηκαν· αντί χρημάτων μπορεί να διατάξει την αυτούσια απόδοση περιουσιακού στοιχείου αντίστοιχης αξίας. Δικαιούχος μπορεί να είναι και κληρονόμος ή μεριδούχος. Η κληροδοσία εκπληρώνεται πριν από όλες τις λοιπές κληροδοσίες και τους τρόπους και μπορεί να αποκλειστεί με διαθήκη.

Η Επιστημονική Υπηρεσία συνιστά σαφέστερη οριοθέτηση του κύκλου των δικαιούχων: επειδή αμειβόμενα πρόσωπα φροντίδας θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι προσέφεραν «πέραν της νόμιμης υποχρέωσής τους», απειλούνται καταχρηστικές επιβαρύνσεις της κληρονομίας — πολλώ μάλλον καθώς η κληροδοσία αυτή εκπληρώνεται κατά προτεραιότητα.

9. Η νόμιμη μοίρα: από το εμπράγματο δικαίωμα στη χρηματική αξίωση

Πρόκειται για τη δογματικά βαθύτερη τομή της μεταρρύθμισης.

Το έως τώρα δίκαιο

Ο μεριδούχος ήταν αναγκαίος κληρονόμος: αποκτούσε κατά το ποσοστό του άμεσα και εμπραγμάτως μερίδια σε κάθε κληρονομιαίο αντικείμενο, αναγραφόταν στο κληρονομητήριο και ευθυνόταν για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας. Κάθε περιοριστική διάταξη λογιζόταν ως μη γεγραμμένη (παλαιά άρθρα ΑΚ 1825, 1829).

Το νέο δίκαιο

Το ΑΚ 1820 μετατρέπει το δικαίωμα σε ενοχική χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου:

  • Δικαιούχοι: κατιόντες, γονείς και ο επιζών σύζυγος, εφόσον θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι.
  • Ύψος: αμετάβλητα το μισό της αξίας της εξ αδιαθέτου μερίδας.
  • Γένεση: με τον θάνατο· η αξίωση είναι κληρονομητή και μεταβιβαστή· παραίτηση είναι δυνατή με μονομερή δήλωση προς τον κληρονόμο.
  • Αυτούσια απόδοση: το δικαστήριο μπορεί, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να διατάξει την απόδοση ποσοστού ή περιουσιακού στοιχείου — και από την ατομική περιουσία του κληρονόμου, αν αυτός ευθύνεται απεριόριστα.
  • Παραγραφή: δύο έτη από τη λήξη του έτους εντός του οποίου ο μεριδούχος πληροφορήθηκε την ύπαρξη της αξίωσης, σε κάθε περίπτωση είκοσι έτη από τον θάνατο.
  • Περισσότεροι κληρονόμοι ευθύνονται κατά το ΑΚ 1881, δηλαδή αναλογικά κατά τις μερίδες τους.

Ο μεριδούχος είναι έτσι δανειστής της κληρονομίας, αλλά προνομιούχος: το άρθρο 8 του παρέχει τίτλο από τον νόμο για την απόκτηση υποθήκης στα ακίνητα της κληρονομίας (ΑΚ 1262 αρ. 6) και το άρθρο 25 κατατάσσει την απαίτησή του στην αναγκαστική εκτέλεση στην τρίτη τάξη προνομίων (ΚΠολΔ 975 αρ. 3) — την ίδια τάξη με τις απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας, τις αμοιβές δικηγόρων και τις ασφαλιστικές εισφορές, εντός της οποίας γίνεται σύμμετρη διανομή, και επομένως πριν από τις γενικές απαιτήσεις του Δημοσίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Επιπλέον, οι αξιώσεις των μεριδούχων ικανοποιούνται πριν από τις κληροδοσίες, τους τρόπους και τις δωρεές αιτία θανάτου (ΑΚ 1895 παρ. 4).

Υπολογισμός και συνυπολογισμός

  • Ύπαρξη και αξία κατά τον χρόνο του θανάτου, μετά την αφαίρεση των χρεών και των εξόδων κηδείας· αξίωση παροχής πληροφοριών κατά το ΑΚ 1876 (ΑΚ 1827).
  • Προσθήκη: καθετί που παραχωρήθηκε χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχους χωρίς χρονικό όριο, οι λοιπές όμως δωρεές μόνο από την τελευταία πενταετία (έως τώρα δεκαετία) — οι δωρεές από λόγους ευπρέπειας ή ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος δεν λαμβάνονται υπόψη. Οι δωρεές αιτία θανάτου υπολογίζονται με την αξία τους κατά τον χρόνο του θανάτου.
  • Δεν συνυπολογίζεται, κατά τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας των γονέων, το εξαίρετο του συζύγου· γενικά δεν λαμβάνονται υπόψη τα αντικείμενα της άλλης γραμμής συγγένειας που αποδίδονται κατά το ΑΚ 1816.
  • Καταλογισμός στην ίδια τη νόμιμη μοίρα κατά το ΑΚ 1829.
  • Αποτίμηση κατά το ΑΚ 1828· αποτίμηση από τον κληρονομούμενο δεν δεσμεύει.

Αξίωση κατά των δωρεοδόχων

Στη θέση της έως τώρα «μέμψης άστοργης δωρεάς» (παλαιά άρθρα ΑΚ 1835 επ.) έρχεται με το ΑΚ 1830 αξίωση καταβολής κατά του δωρεοδόχου, όταν η κληρονομία δεν επαρκεί για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας. Ο δωρεοδόχος ευθύνεται μόνο μέχρι την αξία όσων έλαβε και μπορεί να απαλλαγεί με αυτούσια απόδοση. Η σειρά ρυθμίζεται: πρώτα ο δωρεοδόχος αιτία θανάτου, στη συνέχεια οι δωρεοδόχοι εν ζωή με αντίστροφη χρονική σειρά, οι ταυτόχρονες δωρεές αναλογικά. Η παραγραφή είναι τριετής (έως τώρα διετής). Ο κληρονόμος και οι δωρεοδόχοι μπορούν να εναχθούν διαδοχικά με μία αγωγή.

Στέρηση

Οι λόγοι στέρησης ενοποιούνται και εκσυγχρονίζονται (ΑΚ 18321837): επιβουλή της ζωής, κακούργημα ή σοβαρό πλημμέλημα — ρητά και η ενδοοικογενειακή βία — καθώς και βαριά αχαριστία, στην οποία περιλαμβάνεται η κακόβουλη άρνηση διατροφής (ΑΚ 1833). Η έως τώρα διάκριση σε λόγους «υπέρ του ανιόντος», «του κατιόντος» και «του συζύγου» καταργείται· ο λόγος «άτιμος ή ανήθικος βίος» απαλείφεται. Διατηρείται η στέρηση για λόγους πρόνοιας σε περίπτωση ασωτίας ή υπερχρέωσης (ΑΚ 1834)· για τον σύζυγο ισχύει επιπλέον ο βάσιμος λόγος διαζυγίου (ΑΚ 1835).

Αποτίμηση

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεωρεί τη θέση του μεριδούχου «επισφαλέστερη» από ό,τι έως τώρα, αναγνωρίζει όμως την προσπάθεια αντισταθμιστικών εξασφαλίσεων· κρίνει αρνητικά μόνο τη συντόμευση της περιόδου αναγωγής από τα δέκα στα πέντε έτη. Η Επιστημονική Υπηρεσία προχωρεί περισσότερο και εξετάζει τη συνταγματικότητα: το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος δεν επιβάλλει μεν τη διατήρηση του εμπράγματου χαρακτήρα, απαιτεί όμως ουσιαστική ελάχιστη συμμετοχή της στενής οικογένειας· η εξομοίωση με απλούς χρηματικούς δανειστές αποδυναμώνει τη θέση της, πράγμα που δεν αντισταθμίζεται πλήρως από τον τίτλο υποθήκης και το προνόμιο — για παράδειγμα όχι, όταν τα κληρονομιαία ακίνητα είναι ήδη βεβαρημένα.

10. Αποδοχή και αποποίηση της κληρονομίας

Η βασική αρχή δεν μεταβάλλεται: ο κληρονόμος αποκτά την κληρονομία αυτοδικαίως με τον θάνατο (ΑΚ 1844) και πρέπει να αποποιηθεί, αν δεν τη θέλει. Οι προθεσμίες παραμένουν στους τέσσερις μήνες, επί σχέσης με την αλλοδαπή στο ένα έτος (ΑΚ 1845)· νέα είναι η διευκρίνιση ότι η ετήσια προθεσμία ισχύει και όταν ο κληρονόμος διέμενε στην αλλοδαπή κατά την έναρξη της προθεσμίας — έως τώρα κρίσιμο ήταν πού βρισκόταν όταν έλαβε γνώση.

Περαιτέρω μεταβολές:

  • Τύπος (ΑΚ 1846): δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας· για τους αντιπροσώπους απαιτείται ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Το Δημόσιο δεν μπορεί να αποποιηθεί. Δικονομικά, κατά το άρθρο 20 (ΚΠολΔ 812) μπορεί πλέον και η αποδοχή να δηλωθεί με την απλοποιημένη αυτή διαδικασία — με παράσταση δικηγόρου.
  • Σιωπηρή αποδοχή (ΑΚ 1847): από τη διενέργεια απογραφής, την πληρωμή των εξόδων κηδείας και τη μέριμνα για τη δημοσίευση της διαθήκης δεν συνάγεται αποδοχή· για τις πράξεις διαχείρισης κατά το ΑΚ 1856 παρ. 2 ισχύει τεκμήριο κατά της αποδοχής — σημαντική άμβλυνση της έως τώρα πρακτικής.
  • Ακύρωση (ΑΚ 1855): προθεσμία έξι μηνών· η πλάνη ως προς το ενεργητικό και το παθητικό παραμένει αδιάφορη. Η ακύρωση της αποδοχής ενεργεί ως αποποίηση και αντιστρόφως.
  • Προστασία από αγωγές (ΑΚ 1856 παρ. 3): όσο τρέχει η προθεσμία αποποίησης, δεν μπορεί να ασκηθεί δικαστικά κατά του κληρονόμου αξίωση από την κληρονομία. Η έως τώρα εξαίρεση για την περίπτωση διορισμένου κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας καταργήθηκε.
  • Η κατά προσαύξηση μερίδα (ΑΚ 1851 παρ. 2): δεν μπορεί — εκτός από τις περιπτώσεις των ΑΚ 1793 και 1816 — να γίνει αντικείμενο χωριστής αποδοχής ή αποποίησης.

11. Ανικανότητα και αναξιότητα προς το κληρονομείν

Ο έως τώρα ενιαίος θεσμός της αναξιότητας διχοτομείται:

  • Ανικανότητα εκ του νόμου (ΑΚ 1857): όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για τη θανάτωση, την απόπειρα θανάτωσης ή άλλο κακούργημα κατά της ζωής, της υγείας ή της γενετήσιας ελευθερίας του κληρονομουμένου, αποκλείεται αυτοδικαίως — χωρίς αγωγή και χωρίς διαπλαστική απόφαση.
  • Αναξιότητα με δικαστική απόφαση (ΑΚ 1858): ο κατάλογος διευρύνεται με τα εκ προθέσεως κακουργήματα κατά της περιουσίας ή της ιδιοκτησίας και τα σοβαρά πλημμελήματα σε βάρος του κληρονομουμένου, καθώς και με τα κακουργήματα σε βάρος των κατιόντων, των ανιόντων ή του συζύγου του που αφορούν στη ζωή, την υγεία ή τη γενετήσια ελευθερία τους. Η έως τώρα «ψευδής καταμήνυση για κακούργημα» παύει να αποτελεί αυτοτελή λόγο· νέα καταλαμβάνεται η πλαστογράφηση της διάταξης τελευταίας βούλησης — η αλλοίωση και η εξαφάνιση ήταν ήδη λόγοι αναξιότητας, καταλαμβάνουν όμως πλέον κάθε διάταξη τελευταίας βούλησης και προϋποθέτουν ρητά δόλο.

Προθεσμίες (ΑΚ 1859): το δικαίωμα άσκησης αγωγής αποσβήνεται δύο έτη μετά τη γνώση του λόγου, πάντως δέκα έτη μετά την επαγωγή — έως τώρα δύο έτη από την επαγωγή, χωρίς αναφορά στη γνώση. Η συγγνώμη (ΑΚ 1860) καταλαμβάνει πλέον και την ανικανότητα. Οι διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως σε μεριδούχους, κληροδόχους, ωφελούμενους με τρόπο και δωρεοδόχους αιτία θανάτου (ΑΚ 1861).

12. Η ευθύνη του κληρονόμου — αντιστροφή του συστήματος

Έως τώρα

Ο κληρονόμος ευθυνόταν απεριόριστα, και με την ατομική του περιουσία (παλαιό άρθρο ΑΚ 1901). Προστασία παρείχε μόνο η εμπρόθεσμη αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής (παλαιά άρθρα ΑΚ 1902–1912) — θεσμός που πολλοί κληρονόμοι παρέλειπαν στην πράξη από άγνοια και του οποίου το ευεργέτημα χανόταν με τυπικά σφάλματα. Συνέπεια ήταν μαζικές αποποιήσεις μέσα από όλες τις τάξεις, ενισχυμένες από την οικονομική κρίση μετά το 2010.

Νέο

Το ΑΚ 1892 αντιστρέφει τη σχέση κανόνα και εξαίρεσης:

Ο κληρονόμος δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας με την ατομική του περιουσία, εκτός αν δηλώσει στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας ότι θα τη διαχειρίζεται και θα τη διαθέτει ελεύθερα, ή αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του ΑΚ 1895.

Ο περιορισμός της ευθύνης επέρχεται επομένως εκ του νόμου και χωρίς προθεσμία. Όποιος θέλει ελεύθερη εξουσία διάθεσης — π.χ. επειδή δεν διαθέτει αξιόλογη ατομική περιουσία — το δηλώνει και ευθύνεται τότε απεριόριστα. Ο θεσμός της αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής καταργείται πλήρως.

Επίταση της ευθύνης (ΑΚ 1895): πριν από την απόφαση που διατάσσει την εκκαθάριση, ο περιορισμένα ευθυνόμενος κληρονόμος δεν επιτρέπεται να διαθέτει αντικείμενα της κληρονομίας χωρίς άδεια του δικαστηρίου· η άδεια προϋποθέτει σπουδαίο λόγο που αφορά τη ζωή ή την υγεία του ίδιου ή των στενών συγγενών του. Δικαιούται όμως να αποκομίζει τα ωφελήματα και να διαθέτει κεφάλαιο της κληρονομίας για την ικανοποίηση των δανειστών ή τη συντήρηση των αντικειμένων. Αν διαθέσει χωρίς άδεια, ευθύνεται απεριόριστα και η διάθεση είναι άκυρη υπέρ των δανειστών — και έναντι καλόπιστων τρίτων. Απεριόριστα ευθύνεται περαιτέρω σε περίπτωση υπαίτιας μείωσης της αξίας και παράβασης της σειράς ικανοποίησης (δανειστές του κληρονομουμένου και νόμιμοι μεριδούχοι πριν από κληροδοσίες, τρόπους και δωρεές αιτία θανάτου).

Ο χωρισμός των περιουσιών επέρχεται πάντως μόλις δημοσιευθεί η απόφαση περί εκκαθάρισης (ΑΚ 1894 εδ. α΄). Ανεξάρτητα από αυτό, ήδη από τον θάνατο απαγορεύεται κάθε εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης σε ακίνητα της κληρονομίας υπέρ του κληρονόμου ή των δανειστών του (εδ. β΄). Η Επιστημονική Υπηρεσία επισήμανε ότι στο ενδιάμεσο διάστημα η κληρονομία και η ατομική περιουσία αποτελούν ενότητα και ότι η κληρονομία ευθύνεται έτσι και έναντι των ατομικών δανειστών του κληρονόμου — σε βάρος των δανειστών της κληρονομίας.

Για τους ανηλίκους ισχύει ιδιαίτερη εξασφάλιση (άρθρο 12 = ΑΚ 1527): οι γονείς μπορούν να υποβάλουν τη δήλωση του ΑΚ 1892 μόνο με άδεια του δικαστηρίου, οφείλουν να αναλάβουν την εις ολόκληρον συνευθύνη και να διαθέτουν αντίστοιχη περιουσία· δικαίωμα αναγωγής κατά του τέκνου αποκλείεται και η δήλωση δεν επιτείνει την ευθύνη του τέκνου. Έτσι υιοθετήθηκε κεντρική επισήμανση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής επί του σχεδίου διαβούλευσης. Για τον επίτροπο και τον δικαστικό συμπαραστάτη η διάταξη εφαρμόζεται αναλόγως (άρθρο 15 = ΑΚ 1625)· η Επιστημονική Υπηρεσία προειδοποιεί ότι η απορρέουσα ευθύνη μπορεί να αποθαρρύνει την ανάληψη των λειτουργημάτων αυτών.

13. Η δικαστική εκκαθάριση της κληρονομίας

Η έως τώρα πρακτικά ασήμαντη δικαστική εκκαθάριση αναβαθμίζεται σε κεντρικό εργαλείο για τις προβληματικές και υπερχρεωμένες κληρονομίες (ΑΚ 1893–1903):

  • Αίτηση από κάθε έχοντα έννομο συμφέρον, ακόμη και επί σχολάζουσας κληρονομίας (ΑΚ 1893). Αν αιτείται δανειστής, καλούνται οι κληρονόμοι (άρθρο 23 = ΚΠολΔ 814).
  • Χωρισμός των περιουσιών με τη δημοσίευση της απόφασης (ΑΚ 1894).
  • Εκκαθαριστής (ΑΚ 1896): υποχρεωτικά δικηγόρος από ειδικό κατάλογο που τηρείται στο δικαστήριο της κληρονομίας· κληρονόμοι, δανειστές και οι στενοί συγγενείς τους αποκλείονται. Αποδοχή εντός δέκα ημερών, διαφορετικά το λειτούργημα θεωρείται ότι δεν έγινε δεκτό.
  • Πρόσκληση δανειστών (ΑΚ 1897) εντός ενός μηνός στον Τύπο και στο δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων· οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι δανειστές ειδοποιούνται επιπλέον ατομικά.
  • Προθεσμία αναγγελίας έξι μήνες (έως τώρα τέσσερις), απογραφή εντός περαιτέρω τεσσάρων μηνών (έως τώρα τριών), αναγγελία μέσω δικηγόρου (ΑΚ 1898). Κατά της έκθεσης απογραφής χωρούν αντιρρήσεις εντός δέκα εργάσιμων ημερών.
  • Ρευστοποίηση (ΑΚ 1899): για ακίνητα, επιχειρήσεις και τίτλους απαιτείται άδεια του δικαστηρίου· τα ακίνητα εκπλειστηριάζονται. Αξιοσημείωτο: η οικογενειακή στέγη και η επιχείρηση ρευστοποιούνται τελευταίες, εκτός αν η λοιπή κληρονομία προδήλως δεν επαρκεί.
  • Αμοιβή και προκαταβολή (ΑΚ 1900): ο αιτών προκαταβάλλει τα έξοδα· αν η κληρονομία δεν επαρκεί, ευθύνονται οι κληρονόμοι με την ατομική τους περιουσία.
  • Διανομή (ΑΚ 1901) ή πίνακας κατάταξης σε περίπτωση ανεπάρκειας (ΑΚ 1902), με διαδικασία ανακοπής κατά το άρθρο 24 (ΚΠολΔ 817).
  • Περάτωση εντός ενός μηνός, λογοδοσία, παραγραφή της σχετικής αξίωσης σε έξι μήνες (ΑΚ 1903).

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή χαιρετίζει την αναβάθμιση, θεωρεί όμως τον θεσμό πρακτικά επισφαλή: ο εκκαθαριστής φέρει τις υποχρεώσεις της κληρονομίας υπό τον δικό του ΑΦΜ, στις υπερχρεωμένες κληρονομίες λείπει η κάλυψη της αμοιβής του και η υποχρέωση προκαταβολής του αιτούντος λειτουργεί ως αντικίνητρο. Συνιστά ιδιαίτερο ΑΦΜ για την κληρονομία — αίτημα στο οποίο ανταποκρίνεται πλέον το άρθρο 27: ο ΑΦΜ του κληρονομουμένου διατηρείται στις περιπτώσεις των ΑΚ 1892, 1894 και 1984 ως ΑΦΜ της κληρονομίας.

14. Κοινωνία συγκληρονόμων και διανομή

Η κοινωνία των συγκληρονόμων παραμένει κοινωνία κατ’ ιδανικά μερίδια (ΑΚ 1880)· οι απαιτήσεις και τα χρέη εξακολουθούν να διαιρούνται αυτοδικαίως (ΑΚ 1881). Τρεις καινοτομίες αποσκοπούν στην άρση του αδιεξόδου της διανομής:

1. Επιδίκαση έναντι χρηματικού ανταλλάγματος (ΑΚ 1883 παρ. 3): αν η αυτούσια διανομή ενός κληρονομιαίου αντικειμένου — τυπικά ενός ακινήτου — είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτηση συγκληρονόμου, να του επιδικάσει τη μερίδα άλλου έναντι καταβολής της αγοραίας αξίας. Αν το ζητήσουν περισσότεροι, κρίνει μεταξύ άλλων η ικανότητα επωφελούς αξιοποίησης. Η αιτιολογική έκθεση κάνει λόγο για «καινοτομία που θα συμβάλει στη διατήρηση της ενότητας της κληρονομιαίας περιουσίας και στην αποφυγή της κατάτμησης αυτής σε ιδανικά μερίδια εξ αδιαιρέτου μεταξύ περισσότερων συγκληρονόμων». Συγχρόνως το ΑΚ 1883 παρ. 1 διευκρινίζει ότι ο διαθέτης δεν μπορεί πλέον να απαγορεύσει τη διανομή — έως τώρα ήταν δυνατός αποκλεισμός έως δέκα έτη.

2. Η οικογενειακή στέγη (ΑΚ 1885): το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει την κυριότητα της έως τότε κύριας κατοικίας αποκλειστικά στον επιζώντα σύζυγο, έναντι αντιστάθμισης της υπεραξίας. Νέα είναι η παρ. 2: αν ο κληρονομούμενος δεν είχε σύζυγο και διέμενε εκεί με άλλο πρόσωπο που καλείται στην κληρονομία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει σε αυτό την κυριότητα.

3. Η επιχείρηση (άρθρο 17 = ΚΠολΔ 483): η επιδίκαση επιχείρησης ως οικονομικού συνόλου είναι πλέον δυνατή και όταν αυτή βρίσκεται πριν από την έναρξη λειτουργίας, σε προσωρινή αναστολή λειτουργίας ή σε εκκαθάριση. Δύο εργαλεία είναι νέα: η επιδίκαση έναντι αυτούσιας απόδοσης άλλων κληρονομιαίων στοιχείων στους λοιπούς κληρονόμους (παρ. 1Α) και — πρακτικά ιδιαίτερα σημαντική — η αναβολή της καταβολής σε περίπτωση προβλημάτων ρευστότητας (παρ. 1Β): το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την ικανοποίηση έως πέντε έτη, να αναστείλει την πρόοδο της δίκης έως τρία έτη ή να διατάξει καταβολή σε δόσεις έως πέντε έτη, με τοκοφορία και ενδεχομένως παροχή ασφάλειας.

Συμπληρωματικά: τα έγγραφα που αφορούν προσωπικές σχέσεις παραμένουν κοινά (ΑΚ 1884)· κάθε συγκληρονόμος μπορεί να διαθέσει τη μερίδα του (ΑΚ 1882).

15. Η συνεισφορά μεταξύ των κατιόντων

Η συνεισφορά διατηρείται κατά βάση, εξειδικεύεται όμως και, το καθοριστικό, μετατρέπεται σε χρηματική καταβολή (ΑΚ 1886–1891):

  • Αντικείμενο (ΑΚ 1886): δωρεές, γονικές παροχές (πλέον ρητά αναφερόμενες) και λοιπές χαριστικές παραχωρήσεις, καθώς και δαπάνες επαγγελματικής μόρφωσης πέραν του μέτρου που ανταποκρίνεται στην οικονομική κατάσταση του κληρονομουμένου. Νέα είναι η αξίωση παροχής πληροφοριών μεταξύ των κατιόντων (παρ. 2) και η διευκρίνιση ότι ο αποκλεισμός γίνεται με διαθήκη.
  • Διενέργεια (ΑΚ 1890): η αξία προστίθεται και αφαιρείται από την κληρονομική μερίδα· κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής. Ρητά νέο: οι κληρονομικές μερίδες δεν μεταβάλλονται — ο υπόχρεος καταβάλλει το πλεόνασμα σε χρήμα στους λοιπούς· το δικαστήριο μπορεί αντ’ αυτού να διατάξει την απόδοση κληρονομιαίου στοιχείου. Η αξίωση παραγράφεται σε τρία έτη.
  • Αν η παροχή υπερβαίνει την κληρονομική μερίδα, δεν υπάρχει υποχρέωση συμπλήρωσης· ο κατιών μεταβιβάζει τη μερίδα του στους λοιπούς (ΑΚ 1891) — κατά το παλαιό δίκαιο η κληρονομία διανεμόταν αντ’ αυτού χωρίς αυτόν.

Ο παλαιός ειδικός κανόνας για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας επί συνεισφοράς (παλαιό άρθρο ΑΚ 1834) καταργήθηκε χωρίς αντικατάσταση.

16. Καταπίστευμα, κληροδοσία, τρόπος, εκτελεστής διαθήκης

Καταπίστευμα (ΑΚ 1904–1922): η δομή παραμένει, εισάγεται όμως απόλυτη ανώτατη προθεσμία τριάντα ετών από τον θάνατο του διαθέτη (ΑΚ 1916 παρ. 3) — μετά την πάροδό της η επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο ματαιώνεται. Αποκλείονται έτσι οι αιώνιες δεσμεύσεις. Η ήδη υφιστάμενη επιφύλαξη υπέρ του τέκνου που γεννιέται μετά από μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση (ΑΚ 1711 εδ. β΄) διατηρείται στο ΑΚ 1905.

Κληροδοσίες (ΑΚ 1934–1977): συστηματικά σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες, με μία σημαντική εξαίρεση — το ΑΚ 1962 καθιστά την κληροδοσία με συνέπεια ενοχική αξίωση· η άμεση εμπράγματη κτήση ορισμένων κληρονομιαίων αντικειμένων (παλαιό άρθρο ΑΚ 1996) καταργείται και προβλέπεται πλέον μόνο για τις δουλείες. Νέα είναι ρύθμιση παραγραφής: δύο έτη από τη λήξη του έτους της γνώσης, σε κάθε περίπτωση πέντε έτη από τη δημοσίευση της διαθήκης. Η μετακληροδοσία (ΑΚ 1976) απαλλάσσεται από τους έως τώρα περιορισμούς σε κοινωφελείς σκοπούς και στενούς συγγενείς.

Τρόπος (ΑΚ 1978–1983): μεταφέρθηκε κατ’ ουσίαν αμετάβλητος.

Εκτελεστής διαθήκης (ΑΚ 1984–1997): μπορεί στο εξής να διοριστεί και με κληρονομική σύμβαση. Το δικαίωμα διαχείρισης συνδέεται με τη συμμετοχή του κληρονόμου (ΑΚ 1988): πριν από εκποιήσεις και μεγαλύτερες πράξεις οφείλει να ενημερώσει τον κληρονόμο και να του τάξει δίμηνη προθεσμία για συναίνεση· αν αυτή λείπει, αποφασίζει το δικαστήριο. Αν ενεργήσει χωρίς συναίνεση ή άδεια, ευθύνεται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, χωρίς αναγωγή κατά του κληρονόμου. Νέο είναι το ΑΚ 1989: αν η περιουσία περιέλθει σε πρόσωπο υπό επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση, υπόκειται κατ’ αρχήν στη διαχείριση του επιτρόπου ή του συμπαραστάτη. Και το λειτούργημα του εκτελεστή παύει το αργότερο τριάντα έτη μετά τον θάνατο του διαθέτη (ΑΚ 1997).

Δωρεά αιτία θανάτου (ΑΚ 1998–2000): κατ’ ουσίαν αμετάβλητη· ο ειδικός κανόνας του παλαιού άρθρου ΑΚ 2035 για την προστασία δανειστών και μεριδούχων καταργείται, επειδή αυτοί προστατεύονται πλέον μέσω των ΑΚ 1830 και ΑΚ 1895.

17. Κληρονομητήριο και δικονομικό δίκαιο

Το κληρονομητήριο αναβαθμίζεται ουσιωδώς ως προς το περιεχόμενό του (ΑΚ 1923–1933):

  • Δικαίωμα αίτησης έχουν πλέον και ο καταπιστευματοδόχος, ο κληροδόχος και ο εκτελεστής διαθήκης (ΑΚ 1923).
  • Το κληρονομητήριο αναφέρει, πέρα από τους κληρονόμους και τις μερίδες, και καταπιστευματοδόχους, εκτελεστές διαθήκης, κληροδοσίες και τρόπους (ΑΚ 1928).
  • Νέο είναι το πολλαπλό κληρονομητήριο για διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές (ΑΚ 1927 παρ. 2) — σημαντική διευκόλυνση σε κληρονομίες που παραμένουν αρρύθμιστες επί γενεές.
  • Το τεκμήριο και η προστασία της καλής πίστης (ΑΚ 1929, 1930) εκτείνονται αναλόγως σε όλα τα αναγραφόμενα στοιχεία· η καλή πίστη αίρεται στο εξής και με τη γνώση αίτησης αφαίρεσης.
  • Για την έκδοση αρκεί επί ιδιόγραφων διαθηκών κατ’ αρχήν η δημοσίευση (ΑΚ 1928 παρ. 1)· επί επουσιωδών ασαφειών το κληρονομητήριο μπορεί να εκδοθεί χωρίς αντίρρηση των τιμωμένων (ΑΚ 1926 παρ. 2).

Σε δικονομικό επίπεδο το μέρος Β΄, κεφάλαιο Γ΄ φέρνει περαιτέρω μεταβολές: αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου για την κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας (άρθρο 18), διαδικασία δημοσίευσης της κληρονομικής σύμβασης (άρθρο 19), δήλωση αποδοχής με την απλοποιημένη διαδικασία (άρθρο 20), διαδικασία βεβαίωσης για τον σύντροφο σε ελεύθερη ένωση (άρθρο 21), βεβαίωση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου από τον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρο 22), διαδικασία εκκαθάρισης (άρθρο 23), διαδικασία ανακοπής (άρθρο 24) και το προνόμιο για τη νόμιμη μοίρα (άρθρο 25).

18. Τι καταργείται χωρίς αντικατάσταση

Η μεταρρύθμιση απαλείφει μια σειρά θεσμών. Για τον χειρισμό παλαιών υποθέσεων η γνώση τους παραμένει σημαντική — η πλήρης αντιπαραβολή βρίσκεται στον πίνακα αντιστοίχισης:

  • Η πώληση κληρονομίας (παλαιά άρθρα ΑΚ 1942–1955) — ολόκληρο κεφάλαιο δεκατεσσάρων άρθρων για την πώληση, την ευθύνη για ελαττώματα και έλλειψη δικαιώματος, τα ωφελήματα, τα βάρη και την ευθύνη έναντι των δανειστών. → Αντιπαραβολή
  • Οι ειδικές διαθήκες εν πλω, σε εκστρατεία και σε αποκλεισμό (παλαιά άρθρα ΑΚ 1749–1762) — αντικαθίστανται από την ενιαία έκτακτη διαθήκη. → Αντιπαραβολή
  • Η νέμηση ανιόντος (παλαιά άρθρα ΑΚ 1891–1894), με την οποία ένας γονέας μπορούσε να διανείμει όσο ζούσε την περιουσία του στους κατιόντες. → Αντιπαραβολή
  • Η αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής (παλαιά άρθρα ΑΚ 1902–1912) — αντικαθίσταται από τον εκ του νόμου περιορισμό της ευθύνης.
  • Η τάξη των προπάππων (παλαιό άρθρο ΑΚ 1817).
  • Η μέμψη άστοργης δωρεάς (παλαιά άρθρα ΑΚ 1835–1838) — αντικαθίσταται από τις αξιώσεις καταβολής κατά τα ΑΚ 1830 και ΑΚ 1831.
  • Ο αποκλεισμός των γυναικών ως μαρτύρων σε διαθήκη (παλαιό άρθρο ΑΚ 1728 αρ. 4).

Εκτός του Αστικού Κώδικα καταργούνται κατά το άρθρο 34: η ερμηνευτική διάταξη για τους ενηλικιούμενους κληρονόμους (άρθρο 35 ν. 4786/2021), ο ειδικός κανόνας για την παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα στο σύμφωνο συμβίωσης (άρθρο 8 εδ. β΄ ν. 4356/2015), η γνωστή ως «Lex Onassis» εξαίρεση για συμβάσεις παραίτησης αλλοδαπών συζύγων (άρθρο 1 ν.δ. 472/1974) και η ειδική διάταξη για τις διαθήκες σε ιδιωτικές μονάδες περίθαλψης (άρθρο 7 ν.δ. 1118/1972).

19. Συνακόλουθες τροποποιήσεις εκτός του κληρονομικού δικαίου

Στον Αστικό Κώδικα (άρθρα 4–15):

  • ΑΚ 57 — προστασία της προσωπικότητας μετά θάνατον: ενεργητικά νομιμοποιούνται πλέον οι κληρονόμοι από κάθε διάταξη τελευταίας βούλησης (άρθρο 4).
  • ΑΚ 368 — απαγόρευση μόνο πλέον για συμβάσεις επί της κληρονομίας τρίτου που ζει (άρθρο 5).
  • ΑΚ 612, 612Α — προστασία της οικογενειακής στέγης στο μισθωτικό δίκαιο, επεκτεινόμενη στον σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης και, με τη συναίνεση του εκμισθωτή, στον σύντροφο σε ελεύθερη ένωση (άρθρο 6, άρθρο 7).
  • ΑΚ 1262 — τίτλος από τον νόμο για υποθήκη υπέρ των μεριδούχων (άρθρο 8).
  • ΑΚ 1495 — μειωμένη διατροφή σε περίπτωση παραπτωμάτων, ορολογικά προσαρμοσμένη στη στέρηση της νόμιμης μοίρας (άρθρο 9).
  • ΑΚ 1521, 1522, 1616 — διαχείριση της περιουσίας του τέκνου από διατάξεις τελευταίας βούλησης (άρθρο 10, άρθρο 11, άρθρο 14).
  • ΑΚ 1527, 1625 — ευθύνη των γονέων και του επιτρόπου (άρθρο 12, άρθρο 15).
  • ΑΚ 1571 — λύση της υιοθεσίας, προσαρμοσμένη στον νέο κατάλογο των λόγων στέρησης της νόμιμης μοίρας (άρθρο 13).

Το Δημόσιο ως κληρονόμος: Το άρθρο 16 αναδιατυπώνει το ΕισΝΑΚ 118 — το Δημόσιο ευθύνεται μόνο με την κληρονομία και μέχρι το ύψος του ενεργητικού, σύγχυση δεν επέρχεται· το ίδιο ισχύει για κάθε νομικό πρόσωπο που κληρονομεί εκ του νόμου με το ευεργέτημα της απογραφής. Παράλληλα προσαρμόζονται ο Κώδικας κοινωφελών περιουσιών (άρθρο 26) και οι διατάξεις για τις σχολάζουσες κληρονομίες του ν. 5259/2025 (άρθρα 2831): για θανάτους έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2026 παραμένει η διοικητική διαδικασία με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Οικονομικών, μετά ισχύει η δικαστική διαδικασία βεβαίωσης κατά το ΑΚ 1865 και το ΚΠολΔ 813 παρ. 2.

Φορολογικά (άρθρο 27): ο ΑΦΜ του κληρονομουμένου διατηρείται στις περιπτώσεις του περιορισμού της ευθύνης, της εκκαθάρισης της κληρονομίας και της εκτέλεσης διαθήκης ως ΑΦΜ της κληρονομίας. Η Επιστημονική Υπηρεσία τονίζει ότι έτσι ρυθμίζεται μόνο μια δικονομική πτυχή και ότι οι ουσιαστικές συνέπειες στη φορολογία εισοδήματος, περιουσίας και προστιθέμενης αξίας πρέπει ακόμη να ακολουθήσουν.

Εκτός κληρονομικού δικαίου είναι τέλος τα άρθρα 35 έως 40: τροποποιήσεις για τη διαταγή πληρωμής και τη διαταγή απόδοσης μισθίου (άρθρα 3537), για την ηλεκτρονική κατάσχεση εις χείρας τρίτου (άρθρο 38), για τον μηχανισμό παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο μεταναστευτικό δίκαιο (άρθρο 39) και για την ποινική διαδικασία κατά βουλευτών (άρθρο 40). Ισχύουν ήδη.

20. Μεταβατικό δίκαιο — τι μετράει στην πράξη

Το άρθρο 33 περιέχει οκτώ μεταβατικές ρυθμίσεις. Οι πρακτικά σημαντικότερες:

  1. Ο τύπος και η ικανότητα του διαθέτη κρίνονται, για διαθήκες που συντάχθηκαν ή ανακλήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος, κατά το προηγούμενο δίκαιο — ακόμη και αν ο διαθέτης αποβιώσει αργότερα. Το ίδιο ισχύει για τη νέμηση ανιόντος.
  2. Οι νέοι κανόνες για τα αποτελέσματα της ιδιόγραφης διαθήκης (ΑΚ 1763, εδάφια τρίτο και τέταρτο) ισχύουν ήδη από τις 22 Μαΐου 2026 για όλες τις μέχρι τότε μη δημοσιευμένες διαθήκες.
  3. Κληρονομικές συμβάσεις και συμβάσεις παραίτησης μπορούν να καταρτιστούν μόνο από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026.
  4. Η διανομή διέπεται από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 από το νέο δίκαιο, ακόμη και αν ο θάνατος επήλθε νωρίτερα — εφόσον δεν έχει ασκηθεί αγωγή διανομής.
  5. Τα κληρονομητήρια για παλαιές υποθέσεις αναφέρουν στο εξής και τους μεριδούχους, οι οποίοι μπορούν και οι ίδιοι να ζητήσουν την έκδοσή τους.
  6. Οι εκτελεστές διαθήκης από παλαιές υποθέσεις παραμένουν στο προηγούμενο δίκαιο· αν τους είχε ανατεθεί η διαχείριση, ισχύει από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 το ΑΚ 1989.
  7. Εξάμηνο παράθυρο από τη δημοσίευση: όποιος είναι κληρονόμος προσώπου που απεβίωσε μέχρι τις 22 Μαΐου 2026 και παρέλειψε την αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής, μπορεί έως τις 22 Νοεμβρίου 2026 να ζητήσει τον διορισμό δικαστικού επιμελητή και πραγματογνωμόνων για τη διενέργεια απογραφής — εφόσον δεν έχει ακόμη γίνει αναγκαστική εκτέλεση στην ατομική του περιουσία και δεν συντρέχει λόγος έκπτωσης. Είναι μάλλον η πρακτικά σημαντικότερη διάταξη ολόκληρου του μεταβατικού δικαίου.

21. Η κριτική από τη νομοθετική διαδικασία

Δύο θεσμικές γνωμοδοτήσεις συνοδεύουν τον νόμο. Και οι δύο αναφέρονται σε σχέδια: η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή στο σχέδιο διαβούλευσης με 26 άρθρα, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής στη μορφή της επιτροπής με 40 άρθρα. Η αρίθμηση των άρθρων του νόμου αποκλίνει επομένως από το δημοσιευμένο κείμενο· οι αριθμοί των άρθρων του ΑΚ συμπίπτουν.

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (Ο.Κ.Ε.) αξιολογεί τη μεταρρύθμιση κατ’ αρχήν θετικά — η κληρονομική σύμβαση, η αναγνώριση νέων μορφών οικογένειας, τα ψηφιακά εργαλεία και η αναβάθμιση της εκκαθάρισης κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Η κύρια κριτική της: η επιδίωξη ευελιξίας γίνεται εν μέρει σε βάρος της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας· η γενικευμένη άμβλυνση των συνεπειών των παραβάσεων του τύπου μεταθέτει βάρος στη δικαστική εκτίμηση. Στο σύστημα της ευθύνης θεωρεί την απλή αντιστροφή ανεπαρκή για τη λύση του προβλήματος των υπερχρεωμένων κληρονομιών· συνιστά να διατηρηθεί και να αναβαθμιστεί η αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής ως αυτοτελής επιλογή, να αντικατασταθούν οι λόγοι έκπτωσης από καθαρούς λόγους ευθύνης και να δοθεί στον εκκαθαριστή ιδιαίτερο ΑΦΜ. Τέλος επικρίνει τη διαδικασία: η αιτιολογική έκθεση δεν της διαβιβάστηκε μαζί με το σχέδιο και δεν δημοσιεύθηκε στη δημόσια διαβούλευση.

Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής εντάσσει τη μεταρρύθμιση συγκριτικά (Γαλλία 2001/2006, Γερμανία 2010, Αυστρία 2017, Ελβετία 2023) και επισημαίνει δεκατέσσερα επιμέρους ζητήματα. Τα βαρύτερα:

  • ΑΚ 1717: Οι λόγοι μονομερούς λύσης από την κληρονομική σύμβαση απαριθμούνται ελλιπώς.
  • ΑΚ 1719/1723/1749: Η αντίφαση μεταξύ του ορίου των 16 ετών και του γενικού όρου «ανήλικος» πρέπει να διευκρινιστεί.
  • ΑΚ 1798 επ./1838 επ.: Η φορολογική μεταχείριση των νέων συμβάσεων είναι αρρύθμιστη.
  • ΑΚ 1816: Το δικαίωμα αναζήτησης δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και θίγει περιουσιακά δικαιώματα που απολαμβάνουν την προστασία του άρθρου 17 του Συντάγματος και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
  • ΑΚ 1817 παρ. 3: Η εκκρεμότητα μέχρι τη δικαστική βεβαίωση μπορεί να απαξιωθεί από ενδιάμεση εκκαθάριση.
  • ΑΚ 1819: Ο κύκλος των δικαιούχων προσώπων φροντίδας είναι υπερβολικά ασαφής.
  • ΑΚ 1820 επ.: Εκτενής συνταγματικός έλεγχος της αλλαγής συστήματος στη νόμιμη μοίρα.
  • ΑΚ 1892/1894/1895: Ο κληρονόμος αποκομίζει τα ωφελήματα χωρίς να ευθύνεται για τα χρέη· η σχετική ακυρότητα πλήττει και καλόπιστους τρίτους· ο χωρισμός των περιουσιών επέρχεται καθυστερημένα.
  • ΚΠολΔ 637: Παραμένει ανοικτό αν η διαταγή απόδοσης μισθίου επί μίσθωσης αορίστου χρόνου προϋποθέτει επιπλέον καταγγελία κατά το ΑΚ 609.

22. Σημασία για τις ελληνογερμανικές κληρονομικές υποθέσεις

Για τη διασυνοριακή πράξη προκύπτουν τέσσερα σημεία βάρους. Στηρίζονται σε γενικές αρχές του διεθνούς κληρονομικού δικαίου· η εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης επιφυλάσσεται.

1. Εφαρμοστέο δίκαιο. Κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) 650/2012 για την κληρονομική διαδοχή, από τον οποίο δεσμεύονται τόσο η Γερμανία όσο και η Ελλάδα, η κληρονομική διαδοχή υπάγεται κατ’ αρχήν στο δίκαιο του κράτους στο οποίο ο κληρονομούμενος είχε κατά τον χρόνο του θανάτου του τη συνήθη διαμονή του. Γερμανοί υπήκοοι με κέντρο ζωής στην Ελλάδα κληρονομούνται επομένως κατά το ελληνικό δίκαιο — και από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 κατά το μεταρρυθμισμένο. Αντιστρόφως, για Έλληνες υπηκόους με κέντρο ζωής στη Γερμανία ισχύει το γερμανικό κληρονομικό δίκαιο, εφόσον δεν επιλέξουν το δίκαιο της ιθαγένειάς τους.

2. Επιλογή δικαίου. Ο Κανονισμός επιτρέπει την επιλογή του δικαίου της ιθαγένειας. Νέο είναι ότι ο Έλληνας νομοθέτης περιέλαβε ρητά την επιλογή δικαίου στον κατάλογο του επιτρεπτού περιεχομένου της κληρονομικής σύμβασης (ΑΚ 1798) — πράγμα που αντιστοιχεί στη συστηματική του Κανονισμού για τις κληρονομικές συμβάσεις και διευκολύνει σημαντικά τη διαμόρφωση.

3. Προσέγγιση στη νόμιμη μοίρα. Η μετάβαση στην ενοχική χρηματική αξίωση φέρνει το ελληνικό δίκαιο της νόμιμης μοίρας δομικά κοντά στο γερμανικό. Για την πράξη αυτό σημαίνει: ο μεριδούχος δεν γίνεται πλέον αυτομάτως συγκύριος ελληνικών ακινήτων, πράγμα που απλοποιεί σημαντικά τις διαδικασίες στα υποθηκοφυλακεία και το κτηματολόγιο, τις πωλήσεις και τη διαδοχή σε επιχειρήσεις. Αντιστρόφως πρέπει να προβλεφθεί η ρευστότητα για τη χρηματική αξίωση — σε περιουσίες δεσμευμένες κατά κύριο λόγο σε ακίνητα, ένα υπαρκτό πρόβλημα.

4. Νέα εργαλεία διαμόρφωσης. Η κληρονομική σύμβαση και η σύμβαση παραίτησης ανοίγουν κατασκευές που στην Ελλάδα δεν ήταν έως τώρα εφικτές: δεσμευτική διαδοχή στην επιχείρηση, εξασφάλιση του επιζώντος συντρόφου, συμφωνίες ανταλλάγματος με τους κληρονόμους που αποχωρούν. Πρέπει πάντως να προσεχθούν η ημερομηνία (κατάρτιση μόνο από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026), ο υποχρεωτικός συμβολαιογραφικός τύπος με αυτοπρόσωπη παρουσία — η αντιπροσώπευση αποκλείεται — και η ακόμη ανοικτή φορολογική μεταχείριση.

Τι δεν ρυθμίζει ο νόμος: Το δίκαιο του φόρου κληρονομιών παραμένει αμετάβλητο. Η Επιστημονική Υπηρεσία επισήμανε ρητά ότι για τις κληρονομικές συμβάσεις και τις συμβάσεις παραίτησης πρέπει να διευκρινιστεί αν εφαρμόζεται το δίκαιο του φόρου κληρονομιών ή του φόρου δωρεών, πότε αρχίζουν οι προθεσμίες δήλωσης, πώς εκπίπτουν τα χρέη που αναγνωρίζονται στην κληρονομική σύμβαση και πώς αντιμετωπίζεται το αντάλλαγμα. Μέχρι τότε επιβάλλεται επιφυλακτικότητα στη διαμόρφωση.

23. Πηγές και υλικό εργασίας

Ενημέρωση δικαίου: 22 Μαΐου 2026 (δημοσίευση). Οι κληρονομικές διατάξεις ισχύουν για κληρονομικές διαδοχές από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026. Το κείμενο αυτό παρέχει γενική πληροφόρηση· δεν θεμελιώνει σχέση εντολής και δεν υποκαθιστά την εξέταση της συγκεκριμένης περίπτωσης.